Home » , » Λοξίας ο σταυρορραμφής

Λοξίας ο σταυρορραμφής

Written By elias on Montag, 3. Oktober 2011 | Oktober 03, 2011

Λοξίας ο σταυρορραμφής, Σταυρομύτης, Σταυρομούττης (Loxia curvirostra) Σταυρομύτης

Ο Σταυρομύτης είναι είδος που ξεχωρίζει εύκολα από τις άλλες ευρωπαϊκές σπίζες λόγω του χαρακτηριστικού ράμφους του. Γενικά, πρόκειται για πτηνό με μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από εκείνο ενός σπουργιτιού με όμορφα χρώματα, τα οποία ποικίλλουν ανάλογα με το υποείδος. Αλλά και τα φύλα διαφέρουν χρωματικά μεταξύ τους (ελαφρός φυλετικός διμορφισμός), με τα αρσενικά να έχουν ως κύριο χρώμα το καστανοκόκκινο (κεραμιδί), ενώ στα θηλυκά κυριαρχεί το κιτρινοπράσινο (λαδί) .
Το κεφάλι είναι στρογγυλεμένο και ισχυρό, η δε ουρά, κοντή και διχαλωτή. Στις πτέρυγες παρατηρούνται πολύ λεπτές, λευκές ραβδώσεις, εμφανέστερες στο θηλυκό. Οι ταρσοί και τα πόδια είναι ανοικτά καφέ, ενώ η ίριδα είναι μαύρη.
Τα ενήλικα αρσενικά είναι κατά κύριο λόγο κοκκινωπά ή καστανοκόκκινα στο χρώμα του τούβλου (sic) , ενώ το ουροπύγιο έχει πιο φωτεινό κόκκινο χρώμα. Όμως, ανάλογα με την τροφή, το πτέρωμα του αρσενικού μπορεί να πάρει ένα κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα εκτός από το κόκκινο, όπως λ.χ. κιτρινοπράσινα «μπαλώματα», ιδιαίτερα κατά την χειμερινή περίοδο.[22] Οι πτέρυγες και η ουρά είναι σκούρες καφέ, ενώ και το κάτω μέρος του σώματος είναι, επίσης, κοκκινωπό. Τα ωτικά καλυπτήρια είναι σκουρόχρωμα.
Κατηγορία: Σπιζίδες (Fringillidae)
Τα θηλυκά έχουν κυρίως κιτρινοπράσινο ή λαδί χρώμα, με κίτρινο ουροπύγιο. Το κεφάλι, ο τράχηλος, ο μανδύας (mantle) και η κοιλιά είναι γκρίζα. Το στέμμα του κεφαλιού είναι, επίσης, λαδί με πολύ μικρές σκοτεινόχρωμες κουκίδες.
Τα νεαρά άτομα είναι αρκετά διαφορετικά από τους ενήλικες, με πρασινόγκριζο προς καφετί χρώμα πτερώματος και χαρακτηριστικές σκούρες ραβδώσεις στην κάτω επιφάνεια. Μερικές από αυτές τις ραβδώσεις μπορεί να παραμένουν και στο πτέρωμα του 1ου χειμώνα. Το λοξό τους ράμφος είναι ήδη διαμορφωμένο. Τα νεαρά αρσενικά μπορεί να αναγνωριστούν από το πορτοκαλί έως κιτρινωπό-πράσινο χρώμα, το οποίο αλλάζει με το χρόνο σε κοκκινωπό-κίτρινο.
Το ράμφος του σταυρομύτη είναι το κύριο διαγνωστικό του στοιχείο. Είναι γκρίζο, ογκώδες -όμως, όχι όσο του κοκκοθραύστη- και χαρακτηρίζεται αφ’ ενός από το μεγάλο ύψος της ραμφοθήκης σε σχέση με το μήκος της, αφ’ ετέρου από τα διασταυρούμενα άκρα της. Η μορφή του ποικίλλει ανάλογα με το υποείδος και είναι σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο αναγνώρισης. Σε μερικές περιπτώσεις, το ύψος και το σχήμα της ραμφοθήκης είναι τέτοιο που, το ράμφος μοιάζει πολύ με εκείνο ενός παπαγάλου.
Συγκεκριμένα, τα αγκιστρωτά άκρα της ραμφοθήκης αποκλίνουν της ευθείας γραμμής και διασταυρώνονται χιαστί, έτσι ώστε το ακραίο τμήμα της γναθοθήκης να περνάει κάτω και λοξά από το αντίστοιχο της ρινοθήκης . Αποτελεί τυπικό παράδειγμα οργανικής δομής, εξελικτικά διαμορφωμένης προς εξυπηρέτηση κάποιου συγκεκριμένου σκοπού. Στην περίπτωση αυτή, το ράμφος του σταυρομύτη είναι διαμορφωμένο για να έχει πρόσβαση στα λέπια των κώνων των κωνοφόρων και την εξαγωγή των σπερμάτων από αυτούς. Πάντως, τα στοιχεία αυτά που χαρακτηρίζουν το ράμφος δεν είναι πάντοτε ορατά από κάποια απόσταση.
Σημειωτέον ότι, όχι μόνον η ραμφοθήκη ως ενιαίο σύνολο, αλλά και η μέση ραχιαία γραμμή (culmen), όπως και η μέση κοιλιακή γραμμή (gonys), της ρινοθήκης και της γναθοθήκης, αντίστοιχα, είναι σημαντικά διαγνωστικά στοιχεία μεταξύ των ειδών και υποειδών. Για παράδειγμα, στο είδος Loxia pytyopsittacus η μέση ραχιαία γραμμή είναι έντονα καμπυλωτή, ενώ εκείνη του παρόμοιου Loxia curvirostra είναι λιγότερο κυρτή.
Ο σταυρομύτης είναι ημερόβιο και ελάχιστα εδαφικό πτηνό, υπερασπίζεται δηλαδή την φωλιά του, αλλά όχι όλη την περιοχή φωλιάσματος. Σε όλες τις εποχές συμπεριφέρεται πολύ διακριτικά, αναζητώντας καταφύγιο στα ψηλά κωνοφόρα. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, συγκροτεί μικρές ομάδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναλογία των αρσενικών αντιστοιχεί σε εκείνη των θηλυκών. Συμβαίνει συχνά οι σταυρομύτες να αναμιγνύονται με τα άλλα τρία ευρωπαϊκά είδη του γένους Loxia.
Κινείται με ακροβατικές κινήσεις στα υψηλότερα τμήματα των κωνοφόρων, ενώ η κίνησή του, έχει εύστοχα περιγραφεί ότι, μοιάζει με εκείνη ενός παπαγάλου. Σπάνια κατεβαίνει στο έδαφος, συνήθως μόνο για να πιεί νερό.

Τροφή: Το διαιτολόγιο του σταυρομύτη αποτελείται κυρίως από σπέρματα ερυθρελάτης, αλλά και άλλων κωνοφόρων, όπως ελάτης, πεύκου, λάρικος και σημύδας. Επιπλέον, μπορεί να περιλαμβάνει φύλλα και μπουμπούκια ανθέων, πευκοβελόνες και δρύπες ή σωροκάρπια από δρύπες (berries).
Ωστόσο, κατά την διάρκεια του καλοκαιριού στρέφεται και σε μικρά έντομα, όπως αφίδες, κάμπιες και αράχνες. Μάλιστα, στο κυνήγι εντόμων ο σταυρομύτης μπορεί να ανοίγει τους κώνους για να τα συλλάβει. Η διατροφή των νεοσσών περιλαμβάνει κυρίως έντομα και σπέρματα κωνοφόρων.

Αναπαραγωγή: Ο σταυρομύτης είναι σεξουαλικά ώριμος ήδη κατά το επόμενο έτος της γέννησής του. Συνήθως είναι μονογαμικός, αλλά σε μεμονωμένες περιπτώσεις εμφανίζεται το φαινόμενο της διγυνίας, δηλαδή το ζευγάρωμα ενός αρσενικού με δύο θηλυκά. Η διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου και η θέση φωλιάσματος ποικίλλουν από χρόνο σε χρόνο και εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες και από την διαθεσιμότητα τροφής. Στους κεντροευρωπαϊκούς πληθυσμούς εκτείνεται από τον (Δεκέμβριο-) Ιανουάριο έως τον Απρίλιο (-Μάιο), ενώ σε ευνοϊκές χρονιές, η ωοτοκία μπορεί να είναι διπλή. Προτιμώνται εδάφη αναπαραγωγής, όπου υπάρχει αρκετά μεγάλη ποσότητα τροφής. Μικρές ομάδες αρχίζουν ταυτόχρονα να σχηματίζονται, συνήθως 2-5 ζευγάρια, έτσι ώστε υπάρχει ένα μίνιμουμ επίπεδο εδαφικής διεκδίκησης σε μια μικρή περιοχή. Αργότερα, τα νεαρά πουλιά της πρώτης γέννας συχνά βοηθούν τους γονείς τους στη σίτιση των νεοσσών της δεύτερης.
Η ακριβής επιλογή της θέσης που θα κατασκευαστεί η φωλιά καθορίζεται από το θηλυκό. Βρίσκεται κυρίως στα κωνοφόρα δέντρα σε ένα οριζόντιο κλάδο καλά κρυμμένο, 4-30 μέτρα από το έδαφος. Η φωλιά κατασκευάζεται από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό βοηθάει μόνον στον ανεφοδιασμό υλικών. Είναι καλά προφυλαγμένη από τα καιρικά φαινόμενα, όπως το χιόνι, μικρή σε μέγεθος και κατασκευασμένη από κλαδιά, χόρτα, φλοιούς δένδτων και βρύα. Το υλικό επίστρωσης είναι χόρτα, λειχήνες, φτερά μαλλί και τρίχες που, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, είναι λεπτότερο ή παχύτερο.
Η γέννα αποτελείται από 2-4 (σπάνια 5) αβγά που εναποτίθενται κάθε δεύτερη ημέρα. Οι διαστάσεις τους είναι 21,9 x 16,0 χιλιοστά. Η επώαση αρχίζει με την εναπόθεση του πρώτου αβγού, πραγματοποιείται μόνον από το θηλυκό -που σιτίζεται από το αρσενικό- και διαρκεί 13 έως 16 ημέρες.
Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι και καλύπτονται με πυκνό γκρίζο χνούδι. Η ραμφοθήκη δεν είναι ακόμη λοξά διευθετημένη. Μόνο μετά από περίπου 45 ημέρες διασταυρώνονται οι δύο γνάθοι στα άκρα τους, έτσι ώστε το νεαρό πουλί να μπορεί να τρέφεται με σπέρματα κωνοφόρων ανεξάρτητα από τους γονείς του. Μετά την ασύγχρονη εκκόλαψη, οι νεοσσοί σιτίζονται για 15 ημέρες, περίπου, από το θηλυκό, με έντομα τα οποία φέρνει το αρσενικό. Κατόπιν, η σίτιση των νεοσσών πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς.
Επειδή, ακόμη και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες τα μικρά πουλιά πρέπει να μένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μόνα τους, αφού οι γονείς αναζητούν τροφή, πέφτουν συχνά σε κατάσταση περιορισμένης νάρκωσης για την αποφυγή ενεργειακής σπατάλης, αλλά μετά από λίγα λεπτά είναι και πάλι ενεργά.
Ανάλογα με την διάρκεια της ημέρας στα γεωγραφικά πλάτη αναπαραγωγής, ο χρόνος πτέρωσης των νεοσσών (fledging period), μπορεί να κυμαίνεται από 16 έως 25 ημέρες. Μετά την αναχώρηση από τη φωλιά, και οι δύο γονείς σιτίζουν τα νεαρά πουλιά για περίπου 8 ημέρες μαζί, έως ότου τελικά τα αναλαμβάνει αποκλειστικά το αρσενικό, επειδή το θηλυκό απασχολείται με την δεύτερη ωοτοκία. Μετά από 5 έως 8 εβδομάδες, τα νεαρά πουλιά ανεξαρτητοποιούνται. Ο σταυρομύτης μπορεί να φτάσει τα 2-5 έτη στη φύση κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, αλλά σε αιχμαλωσία, μπορεί να γίνει μέχρι 15 ετών.
Στην Ελλάδα, το είδος φωλιάζει στις ορεινές περιοχές των εδαφών που καταλαμβάνει κατά την αναπαραγωγική περίοδο σε όλη την επικράτεια.
Κατάσταση πληθυσμού: To είδος δεν φαίνεται να διατρέχει κάποιο σοβαρό κίνδυνο που να απειλεί την αναπαραγωγή του και αξιολογείται από την IUCN ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί αναπαραγωγής αποτελούν κάτι λιγότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν διακυμάνσεις μεταξύ των ετών 1990 και 2000, ήταν αποφασιστική η σταθερότητα των βασικών πληθυσμών στη Ρωσία και Φινοσκανδιναβία.
Πηγή: Βικιπαίδεια


text

Ανάστατοι, πλήρεις οργής και αγανάκτησης, είναι οι κάτοικοι της Τοπικής Κοινότητας Κατάκαλης του Δήμου Δεσκάτης που πληροφορήθηκαν -πολύ καθυστερημένα αλήθεια- τη Δευτέρα 3/9/2018 την Απόφαση.